Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

ΑΓΑΝΤΑ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑ


Τα ξέθωρα μάτια του κούρνιασαν γεμάτα απογοήτευση. Ψαχούλεψε τα δίχτυα του. Άδεια... Κόμποι γίνηκαν οι σκέψεις του. Η αλμύρα τρύπωσε στα ρουθούνια του. Έτριψε το ψαρό μουστάκι του και χάιδεψε με τρυφεράδα την κουπαστή της βάρκας του. «Οσία Παρασκευή», λέγαν το σκαρί του.

Βούτηξε το μεταλλικό μπουγέλο στα καταπράσινα νερά και έβρεξε με ανακούφιση τα γερασμένα πόδια του. Όταν ήταν νέος, έβλεπε τη μπουνάτσα στη θάλασσα σαν μια χρυσαφένια αμμουδιά που πάνω της περπάταγε ανέμελα... Βουνά θεόρατα ήταν τα νιάτα στη ζωή του και καθώς περνούσαν τα χρόνια σκαρφάλωνε πάνω τους...

Ανασήκωσε το γέρικο μούτρο του. Ένιωσε τον αγέρα δροσερό. Μαΐστρο το γύρισε απόψε.

Ξέλυσε με έμπειρες κινήσεις τα φαγωμένα σκοινιά και έβαλε μπρος τη μηχανή. Μέσα από ένα πυκνό σύννεφο καπνού, η ξινή μυρωδιά του πετρελαίου μπερδεύτηκε με αυτή της θάλασσας. Η βάρκα του αναδεύτηκε ανυπόμονα κι ο καπετάν Νεόφυτος έπιασε στη χούφτα του τη λευκή λαγουδέρα. Ο αγέρας τον τύλιξε στη γλύκα του, τη στιγμή που ήλιος έγερνε στο προσκεφάλι της θάλασσας. Τα γλαρόπουλα πέταξαν παιχνιδιάρικα πάνω από το κεφάλι του μέχρι που η «Οσία Παρασκευή» ξεμάκρυνε από το λιμάνι.

«Αγάντα Καπετάνισσα, θα τον περάσουμε κι αυτόν τον κάβο!» ψιθύρισε ο γερο καπετάνιος στο σκαρί του.


Μάρθα Πατλάκουτζα